Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015

ΤΟ ΛΑΪΚΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΕΠΑΠΕΙΛΟΥΜΕΝΗ ΝΕΑ ΜΝΗΜΟΝΙΑΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ

Του ΑΝΕΣΤΗ ΤΑΡΠΑΓΚΟΥ 
Όλα τα μέχρι σήμερα εγχειρήματα κοινωνικού
μετασχηματισμού που προώθησαν οι λαϊκές τάξεις και το αριστερό κίνημα τα τελευταία 150 χρόνια, χαρακτηρίσθηκαν από τρεις θεμελιώδεις παραμέτρους:
1) Από τη μια πλευρά η λαϊκή στροφή προς τα αριστερά προέκυπτε ως προϊόν ακραίων κοινωνικών, οικονομικών και εθνικών καταστάσεων, όπου σε τελική ανάλυση ο μόνος δρόμος «κοινωνικής σωτηρίας» τοποθετούνταν στα αριστερά. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, όπου διασφαλίζονταν μια ορισμένη εντατική καπιταλιστική ανάπτυξη, με την δυνατότητα διασφάλισης ορισμένων αναδιανεμητικών λειτουργιών προς όφελος της εργατικής τάξης, όπως ιδιαίτερα συνέβη στις μεταπολεμικές δεκαετίες του 20ου αιώνα, ο κόσμος της μισθωτής εργασίας προσχωρούσε στη μεγάλη του πλειονότητα στην σοσιαλδημοκρατική πολιτική του εκπροσώπηση. Η Αριστερά στάθηκε πάντοτε το πεδίο της «έσχατης καταφυγής».
Αυτό συνέβη με την Παρισινή Κομμούνα κάτω από την πρωσική απειλή στρατιωτικής κυριαρχίας, αυτό στην περίπτωση της Οκτωβριανής Επανάστασης με τα αποτελέσματα μαζικής εξαθλίωσης των λαϊκών τάξεων από τις συνέπειες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, το ίδιο αναπαράχθηκε στην ελληνική περίπτωση της δεκαετίας του 1940 με την γενικευμένη φασιστική γενοκτονία και καταστροφή, αντίστοιχα με την καθολική κοινωνική ανέχεια στην περίπτωση της Χιλής, για να πάρουμε ορισμένα μόνον χαρακτηριστικά παραδείγματα, μεταξύ πολλών άλλων. Όχι βέβαια πως η λαϊκή εξαθλίωση αντιπροσωπεύει την αναγκαία συνθήκη για την στροφή προς τα αριστερά, ωστόσο οι έκτακτες συνθήκες στις οποίες εμφάνισε μια ακραία επιδείνωση, με την κρίση νομιμοποίησης των αντίπαλων αστικών δυνάμεων, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο.
2) Από την άλλη πλευρά, όλα αυτά τα εγχειρήματα προέκυψαν όταν ταυτόχρονα με τις έκτακτες κοινωνικές, οικονομικές και εθνικές συνθήκες, αναδεικνύονταν μια καταφανής ανεπάρκεια των κυρίαρχων αστικών δυνάμεων να διαχειριστούν τα πράγματα, κατά έναν τρόπο που να παρέχει στοιχειώδεις έστω όρους ικανοποίησης των πιο βασικών λαϊκών αναγκών. Ο εθνοπροδοτικός ρόλος των στρατευμάτων του Θιέρσου, η πολεμική καταστροφή της τσαρικής εξουσίας, η φυγή των αστικών εκπροσώπων από τον ελληνικό χώρο μετά την γερμανική επιβολή κλπ. δημιουργούσαν μια απώλεια νομιμοποίησης (ικανότητας δηλαδή διασφάλισης της συνολικής κοινωνικής αναπαραγωγής), ένα ευρύ «κενό εξουσίας» το οποίο και διεκδικούσαν να καλύψουν οι αριστερές λαϊκές δυνάμεις.
Οι έκτακτες άρα ιστορικές συνθήκες μαζί με τον κλονισμό της αστικής κυριαρχίας, λειτουργούσαν στην κατεύθυνση μετασχηματισμού των λαϊκών συνειδήσεων, που αναζητούσαν την «σε τελική ανάλυση» διέξοδο προς τα αριστερά. Βεβαίως αυτό δεν σήμαινε ποτέ την αυτόματη προσχώρηση του εργαζόμενου λαού στην σοσιαλιστική ιδεολογία και στην υιοθέτηση επαναστατικών στόχων κοινωνικού μετασχηματισμού. Κυρίως λειτουργούσε η επιδίωξη της επιζήτησης της «κοινωνικής σωτηρίας», η οποία προφανώς και για να πραγματωθεί έφερνε στην επιφάνεια ριζοσπαστικές προγραμματικές κατευθύνσεις, και απαιτούσε έναν εξαιρετικά δύσκολο και σύνθετο ρόλο από τα πολιτικά υποκείμενα που ηγεμόνευαν σ’ αυτές τις αριστερές μετατοπίσεις, σε μια διαδικασίας αλληλοτροφοδότησης κίνησης των λαϊκών δυνάμεων και επιστημονικού σοσιαλισμού.
3) Τέλος, όλα αυτά τα εγχειρήματα, παρόλο που είχαν βαθειά δημοκρατικά χαρακτηριστικά, αντιμετώπισαν ευθύς εξαρχής και στη συνέχεια της εξέλιξής τους την αντιδημοκρατική στρατιωτική και πραξικοπηματική καταστολή από την πλευρά των αστικών δυνάμεων : Εκατόμβη νεκρών κομμουνάρων στο Παρίσι, ανηλεής επίθεση των «λευκών» μετά την εκδήλωση της ρωσικής επανάστασης, ωμή και ισχυρή παρέμβαση του βρετανικού ιμπεριαλισμού στα Δεκεμβριανά της Αθήνας, αιματηρό φασιστικό πραξικόπημα στη Χιλή υπό την καθοδήγηση του αμερικανικού ιμπεριαλισμού κλπ. Η λειτουργία και αυτής ακόμη της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ανάγεται σε μείζον εμπόδιο για την επαναφορά της αστικής κυριαρχίας, και γι’ αυτό οδηγείται στην χωρίς διαμεσολαβήσεις κατάργησή της.
Καίριος άρα αντίπαλος της αστικής τάξης και των συμμάχων προς αυτήν μικροαστικών τάξεων δεν είναι μόνον οι κοινωνικές αλλαγές που ευαγγελίζονται τα κυρίαρχα σ’ αυτές τις περιπτώσεις αριστερά κινήματα, αλλά και ταυτόχρονα αυτή η ίδια η λειτουργία της δημοκρατίας, που σ’ αυτή την περίπτωση προσλαμβάνει μάλιστα λαϊκά χαρακτηριστικά. Κατά συνέπεια ο κοινωνικός κινηματισμός σε σύνδεση με τον λαϊκό δημοκρατισμό, αντιπροσωπεύουν το ισχυρότερο όπλο για την διαφύλαξη της πορείας πραγμάτωσης ενός εγχειρήματος κοινωνικής αλλαγής, όσο μετριοπαθές και αν είναι αυτό, ακόμη και αν δεν απειλεί παρά κατά τρόπο έμμεσο τα οικονομικά θεμέλια του αστικού καθεστώτος.
Η ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΕΝΤΟΛΗΣ
Και οι τρεις αυτές ιστορικές διαστάσεις ενυπάρχουν στο σημερινό κυβερνητικό εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ :
Η εκτεταμένη εξαθλίωση ευρέων λαϊκών κοινωνικών στρωμάτων με την παράλληλη παραγωγική καταστροφή του ενός τετάρτου της οικονομικής δραστηριότητας στην περίοδο 2008 – 14 της καπιταλιστικής κρίσης και των μνημονιακών πολιτικών, και έτσι η χρεοκοπία της σοσιαλδημοκρατίας, η στροφή των εργαζομένων προς τα αριστερά, ως «ύστατη καταφυγή» και η ανάδειξη ριζοσπαστικών στόχων κοινωνικής δικαιοσύνης.
Η πλήρης κατάρρευση του αστικού μνημονιακού τόξου εφόσον στην περίοδο της παραμονής του στην διακυβέρνηση της χώρας, αποκλειστικό του έργο ήταν η συνεχής μείωση των μισθών και των συντάξεων, η αποδόμηση των κοινωνικών υπηρεσιών και δημόσιων επιχειρήσεων, τα συνεχόμενα κύματα φορολογικών επιβαρύνσεων, γεγονότα που κλόνισαν ανεπανόρθωτα τη νομιμοποίηση των αστικών κομμάτων ΝΔ και ΠΑΣΟΚ οδηγώντας τα στην αναξιοπιστία και στην αφερεγγυότητα.
Το γεγονός ότι παρόλη την δημοκρατική λαϊκή εκλογική νίκη και την διακήρυξη της πρόθεσης εφαρμογής του προγράμματος των εκατό πρώτων ημερών της Θεσσαλονίκης, στην προοπτική της διεύρυνσής του με τις προγραμματικές κατευθύνσεις του Ιδρυτικού Συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ, επιχειρείται εδώ και πέντε μήνες η ακύρωση υλοποίησης της λαϊκής κυβερνητικής εντολής. Αυτό δεν γίνεται πλέον με την εκτροπή μιας πραξικοπηματικής στρατιωτικής επιβολής (του τύπου του 1944 ή του 1967), γιατί θα ξεσήκωνε θύελλα αντιδράσεων των ευρωπαϊκών λαών με ανεξέλεγκτες συνέπειες. Έτσι επιστρατεύονται οι κανόνες της αστικής οικονομικής δικτατορίας, οι όροι λειτουργίας του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, οι εκβιασμοί οικονομικής ασφυξίας της χώρας από τους πολιτικούς εκπροσώπους των συνασπισμένων αστικών τάξεων της υπερεθνικής καπιταλιστικής ολοκλήρωσης. Την θέση των τανκς παίρνουν οι τράπεζες, την θέση των μηχανισμών ασφαλείας και καταστολής οι μηχανισμοί της ευρωπαϊκής οικονομικής, πολιτικής και νομισματικής ενοποίησης, την θέση των προπαγανδιστικών εργαλείων τα ελληνικά και ευρωπαϊκά ΜΜΕ κλπ.
Πρόκειται καθαρά για μια αντιδημοκρατική εκτροπή αντιμετώπισης του ριζοσπαστικού κυβερνητικού εγχειρήματος της Αριστεράς, που αντιστοιχείται με τις προηγούμενες μορφές βίαιων στρατιωτικών δικτατορικών μέτρων. Μ’ αυτή την έννοια η μέχρι σήμερα διαπραγματευτική τακτική που έχει οδηγήσει σε σαφείς «υποχωρήσεις» από τις προγραμματικές θέσεις και τις «κόκκινες γραμμές» της κυβέρνησης κοινωνικής σωτηρίας του ΣΥΡΙΖΑ, δεν αντιπροσωπεύει παρά την σε μεγάλο βαθμό ακύρωση της δημοκρατικής λαϊκής εκλογικής ετυμηγορίας. Άρα η αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση αυτής της δικτατορικής χρηματοπιστωτικής επιβολής δεν είναι άλλη από την συνεχή και ευθύς εξαρχής ανάδειξη ενός λαϊκού κινηματικού δημοκρατισμού που από τη μια πλευρά να διατηρεί ανέπαφους τους ριζοσπαστικούς προγραμματικούς στόχους στην ολότητά τους, ενώ από την άλλη να ορθώνει φραγμό σ’ αυτή τη συντονισμένη εκτροπή της σύγχρονης «Ιερής Συμμαχίας». Η μόνη κίνηση στο επίπεδο των κοινοβουλευτικών διαδικασιών και των κυβερνητικών διαπραγματευτικών χειρισμών αποδεικνύεται ότι εκ των πραγμάτων οδηγεί σε «συμβιβασμούς» και ξεθώριασμα των «κόκκινων γραμμών», ενώ ο λαϊκός κινηματικός δημοκρατισμός μπορεί να εξασφαλίσει την αταλάντευτη στήριξη των ριζοσπαστικών προγραμματικών κατευθύνσεων.
Αυτό που είχε να κάνει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ στις πρώτες εκατό ημέρες, στο πρόσφατο τετράμηνο, δεν ήταν πρωτίστως άλλο από την άμεση και αδιαπραγμάτευτη εφαρμογή των μετριοπαθών σοσιαλδημοκρατικών μέτρων του προγράμματος της Θεσσαλονίκης, που θα άνοιγαν το δρόμο και για την ανάδειξη των συνεδριακών προγραμματικών του κατευθύνσεων. Η άμεση αποκατάσταση του κατώτατου μισθού, η επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων, η δρομολόγηση της δημιουργίας των 300 χιλιάδων, προσωρινών έστω, θέσεων εργασίας, η χορήγηση επιδόματος ανεργίας στο 85% των ανέργων που το στερούνται, η διαφύλαξη των δημόσιων επιχειρήσεων, η αμετάκλητη κατάργηση του ΕΝΦΙΑ κλπ., που καμία σχέση δεν έχουν με την οποιαδήποτε διευθέτηση και διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του δημόσιου χρέους, θα ξεκινούσε την αλλαγή των υλικών όρων ζωής και απασχόλησης μεγάλων στρωμάτων των λαϊκών τάξεων. Αυτό ακριβώς θα μπορούσε να αποτελέσει τον όρο και το κίνητρο για μια σημαντική ανάταση του εργαζόμενου λαού, των συνταξιούχων και των ανέργων, και θα συγκροτούσε το πλέον αποτελεσματικό όπλο για την αντιμετώπιση της προέλασης των ευρωπαϊκών κέντρων του ακραίου νεοφιλελευθερισμού.
Επρόκειτο για την στοιχειώδη υπεράσπιση της λαϊκής δημοκρατικής εντολής του Ιανουαρίου 2015, που ακριβώς και θα αντέστρεφε τους όρους της πολύμηνης «διαπραγμάτευσης», που απεναντίας έθετε στο τραπέζι το σύνολο των ριζοσπαστικών προγραμματικών κατευθύνσεων υπό την αίρεση των ευρωπαϊκών θεσμών της υπερεθνικής καπιταλιστικής ολοκλήρωσης. Γι’ αυτό άλλωστε προέκυψε το σημερινό «αδιέξοδο» που ακυρώνει την εφαρμογή του ριζοσπαστικού οικονομικού και κοινωνικού προγράμματος, και επιδιώκει ενδεχομένως να βρει «διέξοδο» στη λαϊκή ετυμηγορία, με τις λαϊκές δυνάμεις όμως στην αδρανοποίηση και με το ανικανοποίητο των προσδοκιών τους. Άλλωστε, σαφείς οι τρόποι χρηματοδότησης της εφαρμογής αυτών των λαϊκών προγραμματικών θέσεων:  Αφενός η ευθύς εξαρχής επιβολή ισχυρής έκτακτης φορολογικής εισφοράς στις κερδοφόρες ελληνικές επιχειρήσεις (11 δισεκατ. ευρώ κερδοφορία για το 2013 και 2014), και αφετέρου η παύση πληρωμών και η διάθεση των δόσεων στην πραγματική αντιμετώπιση της κοινωνικής εξαθλίωσης των ανέργων (αντί της δειγματοληπτικής χορήγησης των 200 εκατομ. ευρώ για την ανθρωπιστική κρίση).
Μια διαδικασία κοινωνικής αλλαγής πρωταρχικά υπεραμύνεται της δημοκρατικότητας του ίδιου της του εαυτού και δεν θέτει στο τραπέζι της «διαπραγμάτευσης» με τους διακηρυγμένους ταξικούς της αντιπάλους την υλοποίηση των κατευθύνσεων του προγράμματός της, με τους οποίους κέρδισε την εμπιστοσύνη των λαϊκών τάξεων. Όσο κι’ αν θέλει κάποιος να αποστασιοποιηθεί από το παράδειγμα, η ήττα της Αριστεράς δεν επήλθε τόσο με τον Δεκέμβρη του 1944, όσο με την Συμφωνία της Βάρκιζας. Όσο δεν ανταποκρίνεσαι άμεσα, αποτελεσματικά και ευθέως στη λαϊκή δημοκρατική εντολή, τόσο οδηγείσαι στην αναίρεση του εαυτού σου, και τόσο απομακρύνεσαι από τα γενναία και ισχυρά παραδείγματα της ιστορίας του διεθνούς αριστερού κινήματος. http://www.iskra.gr/