11 Δεκεμβρίου 2019

Στην... υγειά των μνημονίων!

«Πολυτέλεια» αποτελεί για τα νοικοκυριά των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων στην Ελλάδα η πρόσβαση στην Υγεία, σύμφωνα με τα συγκεντρωτικά στοιχεία που παρουσιάζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για όλα τα κράτη-μέλη ● Η κατά κεφαλήν δαπάνη για την περίθαλψη είναι η μισή από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Αποκαλυπτική είναι η έκθεση για την κατάσταση της υγείας στην Ελλάδα, που έδωσε χθες στη δημοσιότητα η Ευρωπαϊκή
Επιτροπή. Στην έκθεση διαπιστώνονται οι καταστροφικές επιπτώσεις των μνημονίων στον τομέα της υγείας στη χώρα, με αποτέλεσμα η κατά κεφαλήν δαπάνη να είναι 1.500 ευρώ έναντι 3.000 ευρώ που είναι ο μέσος όρος στην Ε.Ε., ενώ ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις υψηλές άμεσες ιδιωτικές δαπάνες για φάρμακα και στην επιδείνωση της ψυχικής υγείας (θεαματική αύξηση των αυτοκτονιών).
Τα βασικά σημεία της έκθεσης έχουν ως εξής:
Κατάσταση της υγείας: Το προσδόκιμο ζωής, στα 81,4 έτη, είναι λίγο υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ε.Ε.· ωστόσο, εξακολουθούν να υπάρχουν ανισότητες όσον αφορά την υγεία ανάλογα με το φύλο και την κοινωνική θέση.
Παράγοντες κινδύνου: Ποσοστό λίγο υψηλότερο από το 40% των θανάτων στην Ελλάδα μπορεί να αποδοθεί σε συμπεριφορικούς παράγοντες κινδύνου (πάνω από το 39% που είναι ο μέσος όρος της Ε.Ε.), με το κάπνισμα να αποτελεί τον κυριότερο παράγοντα. Περισσότεροι από ένας στους τέσσερις ενηλίκους καπνίζουν σε καθημερινή βάση, που είναι το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. Τα υψηλά ποσοστά υπερβολικού βάρους και παχυσαρκίας αποτελούν επίσης πηγή ανησυχίας, όπως και η έλλειψη άσκησης των παιδιών.
Σύστημα υγείας: Οι πολιτικές που αποβλέπουν στη μείωση της σπατάλης και στην ενίσχυση της αποδοτικότητας συνέβαλαν στην ταχεία μείωση των δαπανών υγείας κατά την οικονομική κρίση, με τα επίπεδα δαπανών να σταθεροποιούνται από το 2015 και μετά. Το 2017 η Ελλάδα δαπάνησε 1.623 ευρώ κατ’ άτομο για υγειονομική περίθαλψη, ποσό πολύ χαμηλότερο από τον μέσο όρο στην Ε.Ε. (2.884 ευρώ). Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο 8% του ΑΕΠ, επίσης κάτω από τον μέσο όρο της Ε.Ε. (9,8%). Πάνω από το ένα τρίτο των δαπανών υγείας προέρχεται από τα νοικοκυριά (συμπεριλαμβανομένων των άτυπων πληρωμών)· πρόκειται για ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ε.Ε. και οφείλεται στις υψηλές άμεσες ιδιωτικές δαπάνες για φάρμακα, εξωνοσοκομειακή περίθαλψη (ή ανοιχτή νοσηλεία) και νοσοκομειακές υπηρεσίες.
Αποτελεσματικότητα: Στη διάρκεια της κρίσης, η θνησιμότητα από θεραπεύσιμες αιτίες παρουσίασε ενδείξεις επιδείνωσης. Ωστόσο, παρά τις ανεπαρκείς προληπτικές πολιτικές, η προλαμβανόμενη θνησιμότητα είναι χαμηλότερη από τον μέσο όρο της Ε.Ε.
Προσβασιμότητα: Το κόστος αποτελεί το κυριότερο εμπόδιο στην πρόσβαση στην περίθαλψη. Ενα στα δέκα νοικοκυριά υφίσταται καταστροφικές δαπάνες υγείας και η πρακτική των άτυπων πληρωμών εξακολουθεί να υπάρχει.
Ανθεκτικότητα: Η επαρκής χρηματοδότηση των υπηρεσιών υγείας, ιδίως για τη στήριξη της ανάπτυξης του νέου συστήματος πρωτοβάθμιας φροντίδας, έχει καθοριστική σημασία.
Προσδόκιμο ζωής: Το προσδόκιμο ζωής αυξήθηκε με βραδύτερο ρυθμό σε σύγκριση με πολλές χώρες της Ε.Ε. Οι κοινωνικές ανισότητες όσον αφορά το προσδόκιμο ζωής είναι μεγαλύτερες στους άνδρες από ό,τι στις γυναίκες. Πέρα από τη διαφορά μεταξύ των φύλων, παρατηρούνται επίσης ανισότητες όσον αφορά το προσδόκιμο ζωής και λόγω της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Το 2016 η διαφορά όσον αφορά το προσδόκιμο ζωής στην ηλικία των 30 ετών μεταξύ των ατόμων με χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο και των ατόμων με τριτοβάθμια εκπαίδευση ήταν 6 έτη για τους άνδρες και 2,4 έτη για τις γυναίκες. Πολλά έτη ζωής μετά την ηλικία των 65 ετών διάγονται με χρόνιες παθήσεις και αναπηρίες. Λόγω της αύξησης του προσδόκιμου ζωής και των χαμηλών δεικτών γονιμότητας, περισσότερα από ένα στα πέντε (22%) άτομα στην Ελλάδα είναι ηλικίας 65 ετών και άνω, αναλογία που προβλέπεται να αυξηθεί σε περισσότερο από ένα τρίτο (34%) έως το 2070.
Ωστόσο, οι Ελληνες αναμένεται να ζήσουν μόνο περίπου 40% από αυτά τα έτη χωρίς αναπηρία, έναντι σχεδόν 50% στην Ε.Ε., που μεταφράζεται σε δύο λιγότερα έτη υγιούς ζωής.
Θνησιμότητα: Τα εγκεφαλικά επεισόδια και η ισχαιμική καρδιοπάθεια αποτελούν μακράν τις κύριες αιτίες θανάτου. Ο καρκίνος του πνεύμονα αποτελεί τη συχνότερη αιτία θανάτου από καρκίνο. Η θνησιμότητα από καρκίνο του παγκρέατος και ορθοκολικό καρκίνο έχει επίσης αυξηθεί από το 2000 και μετά. Οι θάνατοι από διαβήτη και χρόνιες παθήσεις του αναπνευστικού συστήματος αποτελούν αυξανόμενο πρόβλημα τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Ενώ τα επίπεδα παραμένουν κάτω από τον μέσο όρο της Ε.Ε., αυτή η αύξηση μπορεί να αποτελεί ένδειξη αδυναμιών στην περίθαλψη όσον αφορά τις χρόνιες παθήσεις.
Με εξαίρεση τους θανάτους από τροχαία δυστυχήματα οι οποίοι μειώθηκαν, η οικονομική κρίση είχε αισθητό αντίκτυπο στην υγεία του ελληνικού πληθυσμού. Ειδικότερα, η ψυχική υγεία έχει επιδεινωθεί. Παρότι είναι τα χαμηλότερα μετά την Κύπρο και αρκετά κάτω από τον μέσο όρο της Ε.Ε. (10,3 ανά 100.000 κατοίκους το 2016), τα ποσοστά αυτοκτονιών έχουν αυξηθεί κατά 30% από το 2010. Σε σειρά μελετών διαπιστώθηκε αύξηση του επιπολασμού των συμπτωμάτων σοβαρής κατάθλιψης στον γενικό πληθυσμό (από 3,3% το 2008 σε 12,3% το 2013).
Η σταθερή μείωση της βρεφικής θνησιμότητας έχει αντιστραφεί από το τριετές μέσο επίπεδο των 3,1 ανά 1.000 γεννήσεις ζώντων μεταξύ 2007-2009 σε 3,9 μεταξύ 2015-2017, υπερβαίνοντας τον μέσο όρο της Ε.Ε. (3,6). Το 2016 η βρεφική θνησιμότητα κορυφώθηκε στους 4,2 θανάτους ανά 1.000 γεννήσεις ζώντων, προτού μειωθεί στους 3,5 (λίγο κάτω από τον μέσο όρο της Ε.Ε.) το 2017.
Δαπάνες: Πολύ μεγάλο ποσοστό των δαπανών προέρχεται από τα νοικοκυριά (κυμάνθηκε ανάμεσα στο 28% το 2010, που ήταν το χαμηλότερο σημείο, έως το 37% το 2014, που ήταν το υψηλότερο σημείο). Συνολικά, μόνο το 61% των δαπανών για την υγειονομική περίθαλψη προέρχεται από δημόσιες πηγές. Τα υψηλά επίπεδα επιμερισμού του κόστους οφείλονται κυρίως στις συμμετοχές των ασφαλισμένων για τα φάρμακα και στις άμεσες πληρωμές για υπηρεσίες που δεν περιλαμβάνονται στη δέσμη παροχών, επισκέψεις σε ειδικούς ιατρούς, νοσηλευτική περίθαλψη, καθώς και οδοντιατρική περίθαλψη.              www.efsyn.gr